ἐρυσιβώδης

ἐρῠσῑβ-ώδης, ες,
A affected with rust, ἄνθη, ὕλη, Arist.HA605b18, 626b23 ; liable to mildew, Thphr.HP8.3.2;

χῶραι Id.CP3.24.4

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρυσιβώδης — affected with rust masc/fem acc pl (attic epic doric) ἐρυσιβώδης affected with rust masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἐρυσιβώδης affected with rust masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερυσιβώδης — ες (AM ἐρυσιβώδης, ες) [ερυσίβη] 1. αυτός που πάσχει από ερυσίβη («ερυσιβώδη άνθη») 2. φρ. «ερυσιβώδης όλυρα» για σκληρώτια τού μήκυτα laviceps purpurea …   Dictionary of Greek

  • ἐρυσιβώδη — ἐρυσιβώδης affected with rust neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐρυσιβώδης affected with rust masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐρυσιβώδης affected with rust masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυσιβώδεις — ἐρυσιβώδης affected with rust masc/fem acc pl ἐρυσιβώδης affected with rust masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμβλωση — Η διακοπή της εγκυμοσύνης, που συνίσταται στην αποβολή του εμβρύου πριν από την πάροδο 28 εβδομάδων, οπότε το έμβρυο είναι πλέον βιώσιμο. Η ά. μπορεί να γίνει αυτόματα ή να προκληθεί τεχνητά. Η αυτόματη ά. συμβαίνει χωρίς την επέμβαση της ίδιας… …   Dictionary of Greek

  • όλυρα — η (ΑΜ ὄλυρα) νεοελλ. 1. βοτ. φυτό τής οικογένειας αγρωστώδη 2. φρ. «ερυσιβώδης όλυρα» (φαρμ.) ονομασία με την οποία είναι γνωστά τα σκληρώτια μύκητα τού γένους κλάβιτσεψ, που περιέχουν διάφορες αλκαλοειδείς κυρίως ουσίες, όπως εργοταμίνη,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.